Μια απόφαση με ιδιαίτερη σημασία για το ποδόσφαιρο και τα όρια της δημόσιας κριτικής εξέδωσε το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΑΔ), κρίνοντας ότι οι αυστηρές επικρίσεις κατά διαιτητών σχετικά με την αμεροληψία τους προστατεύονται από το δικαίωμα στην ελευθερία της έκφρασης.
Αντίθετα, όπως αναφέρει η Le Parisien, οι κατηγορίες περί διαφθοράς ή χειραγώγησης αγώνων, όταν δεν συνοδεύονται από επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, δεν καλύπτονται από την ίδια προστασία.
Η υπόθεση αφορούσε στελέχη της Πόρτο, μεταξύ των οποίων και τον πρώην πρόεδρό της, Ζόρζε Νούνο Πίντο ντα Κόστα, οι οποίοι είχαν καταδικαστεί στην Πορτογαλία και τους είχαν επιβληθεί χρηματικά πρόστιμα για δηλώσεις που είχαν κάνει στον Τύπο σχετικά με διαιτητές και το σύστημα διαιτησίας, μετά από αγώνες στους οποίους συμμετείχε η ομάδα τους, αλλά και η Μπενφίκα.
Το Δικαστήριο έκρινε ότι εκφράσεις όπως «δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι ο διαιτητής αντιμετωπίζει πρόβλημα αμεροληψίας» ή ότι «η καριέρα του έχει στιγματιστεί από πολλές αδικαιολόγητες αποφάσεις» αποτελούν αξιολογικές κρίσεις που συνηθίζονται στον χώρο του ποδοσφαίρου και δεν υπερβαίνουν τα επιτρεπτά όρια της δημόσιας κριτικής.
Όπως επισημαίνεται στην απόφαση, οι διαιτητές βρίσκονται διαρκώς στο επίκεντρο του δημόσιου ενδιαφέροντος και, ως εκ τούτου, οφείλουν να ανέχονται ακόμη και ιδιαίτερα αυστηρή κριτική για τις αποφάσεις τους.
Για τον λόγο αυτό, το ΕΔΑΔ έκρινε ότι οι καταδικαστικές αποφάσεις των πορτογαλικών δικαστηρίων παραβίασαν το άρθρο 10 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, που κατοχυρώνει την ελευθερία της έκφρασης, και υποχρέωσε το πορτογαλικό κράτος να καταβάλει αποζημίωση ύψους 15.300 ευρώ στον προσφεύγοντα.
Ωστόσο, το Δικαστήριο δεν υιοθέτησε την ίδια προσέγγιση για δηλώσεις που απέδιδαν σε διαιτητές διαφθορά ή συνεννόηση με ομάδες. Ειδικότερα, έκρινε ότι ισχυρισμοί σύμφωνα με τους οποίους διαιτητής «ενήργησε σε συνεννόηση με την Μπενφίκα» δεν στηρίζονταν σε επαρκή πραγματικά στοιχεία.
Παρά το γεγονός ότι χρησιμοποιήθηκε υπερβολικός ή μεταφορικός λόγος, οι συγκεκριμένες κατηγορίες θεωρήθηκαν ατεκμηρίωτες και, κατά συνέπεια, δεν εμπίπτουν στην προστασία της ελευθερίας της έκφρασης. Για τον λόγο αυτό, το ΕΔΑΔ έκρινε ότι οι σχετικές καταδίκες των πορτογαλικών δικαστηρίων ήταν απολύτως δικαιολογημένες.
Η απόφαση του Δικαστηρίου αναμένεται να αποτελέσει σημείο αναφοράς για μελλοντικές υποθέσεις που αφορούν τη δημόσια κριτική κατά της διαιτησίας, καθώς αποσαφηνίζει τα όρια ανάμεσα στην ελεύθερη έκφραση γνώμης και στις αβάσιμες καταγγελίες που μπορούν να πλήξουν την υπόληψη προσώπων.