powered by Agones.gr - opap

Δευτέρα 12 Ιανουαρίου 2026

Ποδόσφαιρο και διανόηση: Σχέσεις αγάπης και μίσους

Του Λύσανδρου Γεωργιάδη

Η σχέση διανόησης και ποδοσφαίρου δεν υπήρξε ποτέ φιλική. Η συνήθης επιδεικτική αδιαφορία των διανοουμένων υπέκρυπτε πάντοτε καταφρόνηση και απαξία. Έδειχναν να θεωρούν αδιανόητο να «μολυνθεί» η υψηλή τους τέχνη από ένα παιχνίδι «λαϊκό έως χυδαίο», «μια πρωτόγονη δραστηριότητα για αγροίκους ή ηλιθίους». Από τον δικό μας Ευριπίδη που έγραφε πως «κακών γαρ όντων μυρίων καθ’ Ελλάδα, ουδέν κάκιον εστιν αθλητών γένους», αποκηρύσσοντας συλλήβδην τη «φάρα» των αθλητών, μέχρι τον Σέξπηρ, στον «Βασιλιά Ληρ», που βάζει στο στόμα του Δούκα του Κεντ τις πιο βαριές βρισιές για να απευθυνθεί στο φουκαρά τον (δούλο) Οσβάλντο και, αφού τον αποκαλεί «κοπρίτη» και «μασκαρά», καταλήγει με την έσχατη προσβολή «you, base football player», δηλαδή «εσύ, τιποτένιε ποδοσφαιριστή» .

Αλλά και πιο σύγχρονοι άνθρωποι του πνεύματος, δεν φειδωλεύτηκαν απαξιωτικούς χαρακτηρισμούς για το άθλημα του ποδοσφαίρου και όσους ασχολούνται με αυτό όπως, για παράδειγμα, ο Χρήστος Γιανναράς («τα γήπεδα είναι εκτροφεία παρανοϊκού φανατισμού και βίας, προαγωγός στην εξηλιθίωση του τζόγου»). 

Όμως, παράλληλα, δεν έλειψαν και εκείνοι οι άνθρωποι των γραμμάτων και των τεχνών που δεν απέστρεψαν το πρόσωπό τους (και το «εργαλείο» της τέχνης τους) από το ποδόσφαιρο και με πρόθεση τιμητική το φιλοξένησαν στα δημιουργήματά τους.

Η παρακάτω αναφορά είναι ενδεικτική. Από επιφανείς ξένους : Αλμπέρ Καμί («ό,τι σπουδαιότερο έμαθα περί ηθικής, μου το δίδαξε το ποδόσφαιρο»), Αντρέ Μορουά («Ιωβηλαίο του Γαλλικού ποδοσφαίρου»), Πιερ ντε Κουμπερτέν («Η ηθική και κοινωνική αξία του ποδοσφαίρου»), Πιερ Πάολο Παζολίνι («Ρεπορτάζ για τον θεό των γηπέδων»), Πέτερ Χάντκε («Ο κόσμος στο ποδόσφαιρο»), Κριστιάν Μπρομπερζέ («Ποδόσφαιρο : σύμβολα, αξίες, φίλαθλοι»), Βιμ Βέντερς και Τζον Χιούστον («Η αγωνία του τερματοφύλακα πριν το πέναλτι», «Η απόδραση των 11»).

Ανάμεσα στους Έλληνες διανοούμενους που ύμνησαν το ποδόσφαιρο ή εμπνεύστηκαν στο έργο τους από αυτό : Καζαντζάκης («Δίπλωμα ανθρώπου», Ήτον-Ταξιδιωτικά), Γιάννης Ρίτσος («Οι γειτονιές του κόσμου»), Μάνος Χατζιδάκης («Αιώνιο πάθος – μια μπαλάντα για τον Τζορτζ Μπεστ»), Μανόλης Αναγνωστάκης («Σελίδες από την ποδοσφαιρική αυτοβιογραφία μου», «Άγιαξ για πάντα»), Μένης Κουμανταρέας («Η φανέλα με το 9»), Νίκος Καρούζος («Αγχώδης εμπειρία»), Νίκος Εγγονόπουλος («Στην κοιλάδα με τους ροδώνες»), Ανδρέας Εμπειρίκος(«Η σήμερον ως αύριον και ως χθες»).

Είναι αλήθεια, το ποδόσφαιρο βρίσκεται συχνά στη θέση του απολογούμενου, με διάφορες κατηγορίες (οπαδική βία, αναξιοπιστία, παιχνίδια «τζόγου» κλπ.). Στη διαρκή κριτική που του ασκούν οι δηλωμένοι εχθροί του, το ποδόσφαιρο αρνείται πεισματικά την ενοχή του (ή αναζητά να βρει τη χαμένη του αθωότητα…). Και, προφανώς, δικαιούται να αξιοποιεί ως «συνηγόρους υπεράσπισης» τους παραπάνω διακεκριμένους εκπροσώπους της διανόησης. Και οι άλλοι, οι πολέμιοί του, δικαιούνται ασφαλώς και αυτοί να έχουν την άποψή τους, αν και αρκετοί από αυτούς είναι βέβαιο πως, επειδή διστάζουν να «εκτεθούν» και να γίνουν ένα με την «πλέμπα» των γηπέδων, εκτονώνουν παιδικά απωθημένα παρακολουθώντας συστηματικά (αλλά κρυφίως) τους αγώνες από την ασφάλεια του καναπέ τους… 

Εν τέλει, όπως κάθε ανθρώπινη δραστηριότητα, και μάλιστα τόσο μαζική, το ποδόσφαιρο περιέχει δυναμική τόσο για το καλό όσο και για το κακό. Η ουσία είναι ποιος και με ποιον τρόπο ελέγχει αυτή τη δυναμική, προς τα πού την κατευθύνει, στην υπηρεσία τίνων συμφερόντων τη θέτει. Δεν φταίει λοιπόν το ποδόσφαιρο ως άθλημα, για το αν κάποιοι το καπηλεύονται. Φταίει όσο φταίει και η μορφίνη που μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως θαυματουργό αναλγητικό, αλλά και ως ναρκωτικό. Κανείς, άλλωστε, δεν κατηγόρησε τη φιλοσοφία επειδή ο Χίτλερ καπηλεύτηκε τον Νίτσε, ούτε τη μουσική του Βάγκνερ επειδή τη σφετερίστηκε ο ναζισμός. Ούτε και κανείς αποκήρυξε την τέχνη επειδή κάποιοι εκπρόσωποί της (όχι λίγοι, κατά καιρούς) ευλόγησαν τυράννους και δικτάτορες.