powered by Agones.gr - opap

Πέμπτη 23 Απριλίου 2026

Η μπάλα που κάνει γκελ στην ψυχή μας

Του Λύσανδρου Γεωργιάδη


Σαν σήμερα, στις 23 Απριλίου κάθε έτους,  τιμάται η «παγκόσμια ημέρα βιβλίου». Η επίσημη καθιέρωσή της έγινε με απόφαση της UNESCO, το 1995, με σκοπό να προωθήσει την αγάπη για το βιβλίο και την ανάγνωση και, παράλληλα, να  αναδείξει τη συμβολή του βιβλίου στην εκπαίδευση και στη διαμόρφωση του χαρακτήρα και της εν γένει προσωπικότητας των ανθρώπων.

Η ημερομηνία επιλέχθηκε γιατί η 23η Απριλίου είναι η ημέρα θανάτου (του ίδιου έτους, 1616), τριών σημαντικών συγγραφέων της παγκόσμιας λογοτεχνίας, του Ουίλιαμ Σαίξπηρ, του Μιγκέλ ντε Θερβάντες  και του Ίνκα Γκαρθιλάσο δε λα Βέγα.

Επέλεξα για την ημέρα αυτήν, κάποια αποσπάσματα από βιβλία που γράφτηκαν για το ποδόσφαιρο, για τη «μπαλίτσα» που τόσο αγαπάμε (κάποιοι)…


1.Εντουάρντο Γκαλεάνο (1940-2015), από το βιβλίο του «Τα χίλια πρόσωπα του ποδοσφαίρου» (Εκδόσεις ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ),

…Ο παίκτης τρέχει λαχανιασμένος πάνω κάτω. Από τη μια μεριά, τον περιμένει η ουράνια δόξα, από την άλλη, η άβυσσος της καταστροφής. Στη γειτονιά του τον ζηλεύουν. Ο επαγγελματίας ποδοσφαιριστής γλίτωσε το εργοστάσιο ή το γραφείο και τον πληρώνουν για να κάνει το κέφι του· κοντολογίς, κέρδισε τον πρώτο λαχνό. Και, παρότι πρέπει να χύνει ποτάμια τον ιδρώτα χωρίς να έχει δικαίωμα ούτε να κουραστεί ούτε να λαθέψει, φιγουράρει στις εφημερίδες και στην τηλεόραση, το ραδιόφωνο επαναλαμβάνει το όνομά του, οι γυναίκες αναστενάζουν για χάρη του και τα παιδιά θέλουν να του μοιάσουν. Εκείνος, όμως, που ξεκίνησε να παίζει μπάλα για τη χαρά του παιχνιδιού στους χωματόδρομους κάποιας φτωχογειτονιάς, τώρα δουλεύει ως παίκτης στα στάδια, με την υποχρέωση να κερδίζει. Οι επιχειρηματίες τον αγοράζουν, τον πουλάνε, τον δανείζουν κι εκείνος αφήνεται με αντάλλαγμα την υπόσχεση για περισσότερη φήμη και χρήματα. Όσο μεγαλύτερη επιτυχία έχει και όσο περισσότερα χρήματα κερδίζει, τόσο περισσότερο δέσμιος του συστήματος γίνεται. Υποδουλωμένος σε στρατιωτική πειθαρχία, υποφέρει καθημερινά το μαρτύριο των εξαντλητικών προπονήσεων και βομβαρδίζεται από παυσίπονα και κορτιζόνες, που ξεγελούν το κορμί και κάνουν τον πόνο να ξεχαστεί. Και την παραμονή των σημαντικών αγώνων τον κλείνουν σε στρατόπεδο συγκέντρωσης για καταναγκαστικά έργα: άνοστα φαγητά, μεθύσι με νερό και μοναχικός ύπνος. Στα άλλα ανθρώπινα επαγγέλματα, η δύση έρχεται με τα γηρατειά, όμως ο ποδοσφαιριστής μπορεί να γεράσει και στα τριάντα του. Οι μύες κουράζονται νωρίς: « Αυτός δεν βάζει γκολ ούτε με αίτηση»,  «Αυτός; Ούτε άμα δέσεις τα χέρια του τερματοφύλακα». Μπορεί και πριν απ’ τα τριάντα, όταν ένα σουτ τον ξαπλώσει άσχημα κάτω ή του τύχει να υποστεί κάποια σοβαρή θλάση ή μια κλοτσιά τού τσακίσει ένα κόκαλο ανεπανόρθωτα. Και μια ωραία ημέρα, ο ποδοσφαιριστής διαπιστώνει πως έπαιξε τη ζωή του κορόνα γράμματα και ότι το χρήμα και η δόξα έχουν κάνει φτερά. Η δόξα, αυτό το πεφταστέρι, δεν του άφησε ούτε ένα γράμμα παρηγοριάς…


2. Κριστιάν Μπρομπερζέ, από το βιβλίο του «Ποδόσφαιρο, Σύμβολα-αξίες-φίλαθλοι» (Εκδόσεις ΒΙΒΛΙΟΡΑΜΑ),

…Το ποδόσφαιρο, κάτω από το κάλυμμα μιας ασήμαντης διασκέδασης, αποτελεί μια από τις κατεξοχήν συμβολικές μήτρες της εποχής μας. Αιωρείται ανάμεσα στο τελετουργικό και το σόου, στο τραγικό και στο κωμικό, τη γιορτή και τον πόλεμο, την καλή κοσμική έξοδο, γι’ αυτούς που είναι στις σουίτες και τη θυσία του απλού οπαδού, ο οποίος μέσα στο κρύο ξελαρυγγίζεται στα πέταλα. Στο ποδόσφαιρο εκφράζονται οι σχέσεις ανάμεσα σε διάφορες ηλικιακές ομάδες, φύλα, κοινότητες. Δοκιμάζεται η ευχαρίστηση της υπέρβασης των ορίων, του πειραματισμού με τις νόρμες. Για όλους αυτούς τους λόγους, το ποδοσφαιρικό παιχνίδι παρουσιάζεται ως μια προοπτική εξαιρετικά διαφωτιστική, για τις θεμελιώδεις αξίες και τις αντιθέσεις που συνέχουν τον κόσμο μας. Εν κατακλείδι, το ποδόσφαιρο είναι ένα λαϊκό παιχνίδι γεμάτο νόημα.

…Αν μπαίνουμε τόσο πρόθυμα σε μια ιστορία με μπάλα, πόδια, στήθος, κεφάλια, είναι γιατί το ποδοσφαιρικό  παιχνίδι μάς κάνει να βιώσουμε, σε 90 μόλις λεπτά, ολόκληρη τη γκάμα των συγκινήσεων που μπορούμε να νιώσουμε στο διάστημα μιας ζωής : τη χαρά, τον πόνο, το μίσος, το άγχος, τον θαυμασμό, το αίσθημα της αδικίας. Βρίσκουμε ξανά εδώ το ενδεδειγμένο «μήκος» που, σύμφωνα με τον Αριστοτέλη*, οργανώνει την τραγωδία, δηλαδή «τόσον μέγεθος εντός του οποίου, εκτυλισσομένων διαδοχικώς των πραγμάτων κατά το πιθανόν ή το αναγκαίον, συμβαίνει μεταβολή εις ευτυχίαν εκ δυστυχίας ή εξ ευτυχίας εις δυστυχίαν».

(* Αριστοτέλης «Περί ποιητικής», κεφάλαιο 7  / μετάφραση Σίμου Μενάρδου)   


3. Νίκου Μπογιόπουλου, από το βιβλίο του «Ποδόσφαιρο, μια θρησκεία χωρίς απίστους» (Εκδόσεις Α. Α. Λιβάνη),

…Το ποδόσφαιρο είναι το δημοφιλέστερο άθλημα γιατί είναι το συνώνυμο της αίσθησης ή της ψευδαίσθησης (το ίδιο κάνει) της δημοκρατίας. Είναι ο χώρος που επιτρέπει τη συμμετοχή. Σε όλους! Αυτή η μεγάλη αλήθεια, που η πραγματική ζωή τη μετατρέπει σε μια μεγάλη απάτη, συντηρεί το αέναο της αυταπάτης γύρω από το απόλυτο ποδοσφαιρικό θεώρημα : όλοι μπορούν να παίξουν μπάλα!

…Στην πραγματικότητα οι συζητήσεις περί ποδοσφαίρου είναι γεμάτες από αναλύσεις που υποπίπτουν στο σύνηθες λάθος : Βάζουν το ποδόσφαιρο στην πολιτική ζυγαριά για να κρίνουν και να κατακρίνουν την επίδρασή του στις λαϊκές συνειδήσεις, αλλά χωρίς να ξεκινούν από το βασικό, δηλαδή από το γεγονός ότι η «ζυγαριά» είναι «πειραγμένη» και ότι βγάζει τα αποτελέσματα που εκείνη θέλει ανάλογα με το ποιος κατέχει και ποιος ρυθμίζει το…ζύγι, δηλαδή την πολιτική εξουσία. Εκκινώντας με αυτόν τον λαθεμένο και στρεβλό τρόπο, είναι φυσικό από κει και πέρα να μην αναγνωρίζουν ότι και στις πιο μαύρες στιγμές της καπηλείας του και της αξιοποίησής του από φασίστες, δικτάτορες, τυράννους και απατεώνες, το ποδόσφαιρο είναι ένα παιχνίδι που παρέμεινε πιστό στη «δημοκρατία» και, όχι λίγες φορές, κατόρθωσε να ξεσκεπάσει τους αντιδραστικούς «ιδιοκτήτες» του ή τους «τσαρλατάνους» που το καπηλεύτηκαν. Αν ως προς το τελευταίο χρειάζεται να φέρουμε κάποιο παράδειγμα, θα επικαλεστούμε την…εξέδρα : ΄Ηταν εκείνη η ιστορική στιγμή στο «Καραϊσκάκη», όταν επί εποχής του Αργύρη Σαλιαρέλη, στο άκουσμα της ανακοίνωσης από τα μεγάφωνα του σταδίου ότι κάποιος φίλαθλος είχε χάσει το πορτοφόλι του, οι οπαδοί του Ολυμπιακού μετατράπηκαν μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα σε «στιχουργούς» και «συνθέτες» μαζί και σηκώθηκαν εν χορώ κραυγάζοντας ρυθμικά το σύνθημα : «Αργύρη, καριόλη, δώσ’ το πορτοφόλι»!


4. Γιάννη Γεωργάκη, από το βιβλίο του «Κόμμα αλλάζουμε, ομάδα ποτέ» (Εκδόσεις IANOS),

…Η ομάδα είναι το συναισθηματικό αποκούμπι του οπαδού. Σπανίως ο οπαδός θα πει: «Σήμερα παίζει η ομάδα μου». Συνήθως λέει : «Σήμερα παίζουμε». Είναι βέβαιος ότι αγωνίζεται και ο ίδιος. Δεν διαχωρίζει τον ποδοσφαιριστή από τον εαυτό του. Του αρέσει, μεθυστικά, που ο αγαπημένος του ήρωας προέρχεται -όπως και ο ίδιος- από τα λαϊκά στρώματα.

…Φίλους αλλάζεις, και μάλιστα εύκολα. Φύλο αλλάζεις. Δύσκολα, αλλά με λίγη θέληση γίνεται. Πατρίδα, θρησκεία, κόμμα, όλα τα αλλάζεις. Γυναίκα αλλάζεις. Ομάδα δεν αλλάζεις, όπως δεν αλλάζεις τη μάνα σου. Ό,τι και να ’ναι, στρίγγλα, μητριά, χαμένη και πουλημένη. Η Ομάδα είναι η μήτρα που σε ξεπετά κάθε Σαββατοκύριακο, σε τρέφει, σε πληγώνει και σε πορώνει.

…*Καλλιτέχνης είναι κάποιος που μπορεί να ανάψει ένα φως σε ένα σκοτεινό δωμάτιο. Ποτέ δεν βρήκα -και δεν θα προσπαθήσω να βρω- τη διαφορά μεταξύ της πάσας του Πελέ στον Κάρλος Αλμπέρτο στον τελικό του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1970 στο Μεξικό, από την ποίηση του νεαρού Γάλλου ποιητή Ρεμπό : «Άπλωσα σχοινιά από καμπαναριό σε καμπαναριό, γιρλάντες από παράθυρο σε παράθυρο, χρυσές αλυσίδες από αστέρι σε αστέρι και χορεύω». Καθεμιά από αυτές τις ανθρώπινε ενέργειες είναι μια έκφραση ομορφιάς που μας αγγίζει και μας προσφέρει αίσθημα αιωνιότητας».

(*μεταφορά από το βιβλίο «Η δική μου ιστορία» του σπουδαίου Γάλλου ποδοσφαιριστή Ερίκ Καντονά)


5. Κώστα Μαμέλη, από το βιβλίο του «Ο δικός μας bizim ΠΑΟΚ!» (Εκδόσεις ΜΠΑΡΜΠΟΥΝΑΚΗ),

Ανάμεικτοι και θυμωμένοι συνειρμοί στον τελικό                                                       (Τελικός Μουντιάλ 2006, Ιταλία-Γαλλία 1 – 1, στα πέναλτυ 5 – 3)

Τι ζητάν από τον Ζιντάν οι καθώς πρέπει, σοβαροί και υπεύθυνοι ! «Μα, να επεδείκνυε γενναία αυτοσυγκράτηση, υψηλό αίσθημα ευθύνης, παροιμιώδη πατριωτική αντίληψη, συνεπή επαγγελματισμό. Nα δίδασκε τη συναδελφικότητα ως άσκηση ήθους, τη συναλληλία ως γαλατική συμπεριφορά, την αφοσίωση ως στοιχείο του κρίσιμου τελικού, το αθλητικό φερ πλέι αντάξιο της μεγάλης Γαλλίας και της παράδοσής της, την απόλυτη προσήλωση στον εθνικό στόχο. Να αντέγραφε στις δέλτους της ποδοσφαιρικής παγκόσμιας ιστορίας την πρακτική των διπλωματών του Και ντ’ Ορσαί, την πασίγνωστη φιλοφρόνηση των ευγενών του Παρισιού του 18ου αιώνα. Να σέβονταν τον «άρχοντα του αγώνα».

Αντί αυτών, αυτός ο άθλιος «μαυροπόδαρος» - έτσι ονοματίζουν τους «μπάσταρδους Γαλλοαλγερίνους - προτίμησε την κουτουλιά, του ’σπασε τα δόντια, του μάτωσε τα χείλια και - ω! της ντροπής - «αμαύρωσε (μπροστά στον Σιράκ κιόλας!) τη διαδρομή του, ευτέλισε την υστεροφημία του κι έφτυσε κατάμουτρα τον μοναδικό γαλλικό λαό του γηπέδου, μέσα στην τρικολόρ υστερία του!».

Α, ρε παλικάρι μου! Που αψήφησες τις συμβατικότητες των κανονισμών, που υπερασπίστηκες τη μαυριδερή κατατρεγμένη μετανάστρια μάνα σου από το μπινελίκι του Ιταλού και επέλεξες την «αρνητική» γραφή στα επίσημα ιστορικά κατάστιχα, από τη «θετική» του σοβαρού και υπεύθυνου «ηττημένου», του λησμονημένου «δεύτερου».


6. Σπύρου Βούγια, από την ποιητική συλλογή του «Άδειες κερκίδες» (Εκδόσεις ΜΙΚΡΟΣ ΙΑΝΟΣ),

ΣΟΛΟ

Θα ντριμπλάρω τους δισταγμούς σου,                                                                                              θα μπω  με τη μπάλα στα δίχτυα σου.

ΣΥΝΤΡΙΒΗ

Παράξενη η τροχιά του βλέμματός σου, το παίρνει ο αγέρας,                                                τόσο ελαφρύ που δε μ’ αφήνει να στρώσω παιχνίδι.                                                                                             Αναστάτωση σ’ όλες τις γραμμές, χάρτινη άμυνα,                                                       αλλεπάλληλες συγκινητικές ταπεινώσεις, υπέροχη συντριβή.                                            Μα γιατί πανηγυρίζεις, σ’ άφησα να με κερδίσεις.


7. Λέων Ναρ, από το βιβλίο του «Το Παιχνίδι της Εξέδρας» (Εκδόσεις «Μεταίχμιο»)

…Η κουλτούρα των γηπέδων είναι ιδιότυπη, ή τη γουστάρεις ή δεν μπορείς να την ανεχτείς. Ενδιάμεσες καταστάσεις δεν υπάρχουν.

…Θυμάμαι έναν χαρακτηριστικό διάλογο σε αγώνα τοπικού πρωταθλήματος στο γήπεδο της Σταυρούπολης, στη Θεσσαλονίκη. Ήταν τέτοια η πλάκα, ώστε διακόπηκε προσωρινά μέχρι και ο αγώνας, αφού οι παίκτες που έπαιζαν κοντά στην πλάγια γραμμή και άκουσαν τον διάλογο πέθαναν στα γέλια : Σε μια φάση του αγώνα κάποιοι από τις γνωστές γηπεδικές φυσιογνωμίες αρχίζουν να τρώγονται και κατέληξαν να μαλώνουν για το ποιος ξέρει περισσότερη μπάλα. «Παράτα μας, ρε φιλαράκο, που ξέρεις εσύ μπάλα!», «Ποιος, εγώ;» ανταπάντησε ο συνομιλητής. «Εγώ πάω στα γήπεδα τριάντα χρόνια, φιλαράκι, συνέχεια». Και ο άλλος : "Ε και; Τι πάει να πει αυτό; Κι εγώ πάω στα μπουζούκια τριάντα χρόνια και βάλε, αλλά μπουζούκι δεν έμαθα".τεινό δωμάτιο. Ποτέ δεν βρήκα -και δεν θα προσπαθήσω να βρω- τη